Βρετανοί ερευνητές ισχυρίζονται ότι μάλλον βρήκαν ένα γονίδιο που επηρεάζει τους έφηβους στο πότε θα ξεκινήσουν τη σεξουαλική τους ζωή και πότε θα χάσουν την παρθενιά τους.

Η μελέτη δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Nature Genetics τον Απρίλιο του 2016 και αναφέρει πως αν και δεν υπάρχει ενιαία γενετική παραλλαγή που μπορεί να επηρεάσει εντελώς τη συμπεριφορά, το μοτίβο των γονιδίων που βρήκαν φαίνεται να ευθύνεται για το πότε οι άνθρωποι κάνουν σεξ για πρώτη φορά.

Επίσης, τα ίδια γονίδια σχετίζονται όχι μόνο με την ριψοκίνδυνη συμπεριφορά, αλλά και με το πόσα παιδιά θα καταλήξουν να έχουν, ακόμα και πόσο γκρινιάρης μπορεί να είναι κάποιος!
Συνολικά, οι ερευνητές σύνδεσαν 38 διαφορετικά γονίδια (P <5 × 10-8) με την ηλικία και την πρώτη σεξουαλική επαφή.

«Ενώ οι κοινωνικοί και πολιτισμικοί παράγοντες είναι σαφώς σχετικοί, δείχνουμε ότι η ηλικία κατά την πρώτη σεξουαλική επαφή επίσης επηρεάζεται από γονίδια που δρουν στο χρονοδιάγραμμα της παιδικής βιολογικής ωριμότητας και από τα γονίδια που συμβάλλουν στις φυσικές μας διαφορές στους τύπους προσωπικότητας», δήλωσε ο John Perry, ερευνητής στο Συμβούλιο Ιατρικής Έρευνας της Βρετανίας (Britain’s Medical Research Council), που συμμετείχε στη μελέτη.

«Δείχνουμε ότι η ηλικία της πρώτης σεξουαλικής επαφής επηρεάζεται επίσης από τα γονίδια.»

«Ένα παράδειγμα είναι μια γενετική παραλλαγή στο CADM2, ένα γονίδιο που ελέγχει τις συνδέσεις των κυττάρων του εγκεφάλου και τη δραστηριότητα του εγκεφάλου, το οποίο βρήκαμε και που σχετίστηκε με μεγαλύτερη πιθανότητα εμφάνισης μιας πιο ριψοκίνδυνης συμπεριφοράς, καθώς και με την έναρξη της σεξουαλικής ζωής σε μικρότερη ηλικία αλλά και μεγαλύτερο αριθμό παιδιών.»
Η ομάδα έκανε μια μελέτη σύνδεσης γονιδιώματος – ευρεία μελέτη – σε όλα τα 20.000 γονίδια στο ανθρώπινο σώμα.

Χρησιμοποίησαν τρεις διαφορετικές βάσεις δεδομένων:

– την Βρετανική Βιοτράπεζα, όπου περισσότεροι από 120.000 άνδρες και γυναίκες έχουν δώσει δείγματα και συμπλήρωσαν λεπτομερή ερωτηματολόγια
– τη γενετική βάση δεδομένων της Ισλανδίας 241.000 ανθρώπων
– την Αμερικανική (Women’s Genome Health Study) περίπου 21.000 γυναίκες που λαμβάνουν μέρος στη μελέτη του γονιδιώματος

Οι πολιτισμικές επιρροές φαίνεται να έχουν αρκετά μεγάλο αντίκτυπο στο πότε και στο πώς οι άνθρωποι κάνουν σεξ για πρώτη φορά, αλλά αυτή η μελέτη δείχνει πως τα γονίδια παίζουν επίσης ρόλο και μπορεί να βοηθήσει στο να δοθεί μία εξήγηση γιατί τόσοι πολλοί νέοι άνθρωποι αψηφούν τους κανόνες αυτούς. Και τα γονίδια μπορεί επίσης να ρυθμίσουν τη βασική βιολογία που κρύβεται πίσω από τη σεξουαλική συμπεριφορά, συμπεριλαμβανομένης της έναρξης της εφηβείας.

«Οι γενετικές παραλλαγές που σχετίζονται με την εμφάνιση της εφηβείας, της οποίας μειώθηκε ο μέσος όρος ηλικίας των 18 ετών το 1880, στα 12,5 έτη το 1980 σε άνδρες και γυναίκες, έχουν πρόσφατα εντοπιστεί, και μερικές μελέτες έχουν αναφέρει συσχέτιση ανάμεσα στην ηλικία και την πρώτη σεξουαλική φορά, γεγονός που υποδηλώνει ότι μπορεί επίσης να συσχετισθεί και σε γενετικό επίπεδο».

«Η εμφάνιση της εφηβικής περιόδου σε μικρότερη ηλικία, τόσο στους άνδρες όσο και στις γυναίκες, συνδέεται με μεγαλύτερη τάση ριψοκίνδυνων συμπεριφορών, με χαμηλότερο μορφωτικό επίπεδο, με μεγαλύτερη ευαλωτότητα σε αρνητικές επιπτώσεις στην υγεία και στις γυναίκες, αυξημένη θνησιμότητα», πρόσθεσαν οι ερευνητές.

Ωστόσο, οι άνθρωποι που αρχίζουν σε πιο μικρή ηλικία να κάνουν σεξ και μωρά, καταλήγουν να αποκτούν περισσότερα παιδιά, και τα γονίδιά τους καταλήγουν να εξαπλώνονται ευρύτερα, κάτι που ονομάζεται «αναπαραγωγική γυμναστική», όπως δήλωσαν οι μελετητές.
Μπορεί επίσης να έχει μια επιστημονική βάση η παρατήρηση των γονέων που παροτρύνουν τους εφήβους να περιμένουν για την πρώτη τους σεξουαλική επαφή, άρα και την απόκτηση παιδιών.

«Έχουμε ήδη δείξει ότι η πρώιμη εφηβεία και η ταχεία ανάπτυξη στη παιδική ηλικία, επηρεάζουν αρνητικά το ρίσκο κινδύνου εμφάνισης μιας νόσου στη μετέπειτα ζωή, αλλά τώρα δείξαμε πως οι ίδιοι παράγοντες μπορούν να έχουν αρνητικές επιπτώσεις σε πολύ μικρότερη ηλικία, συμπεριλαμβανομένης της πρώιμης σεξουαλικής επαφής και της φτωχής εκπαίδευσης», δήλωσε ο Δρ Ken Ong, ο οποίος ηγήθηκε της μελέτης (Medical Research Council’s).

Άλλωστε οι έφηβοι είναι γνωστοί για την αγάπη τους στην επικίνδυνη και ριψοκίνδυνη συμπεριφορά.
Σε μια έρευνα του 2014 στα Κέντρα Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων βρέθηκε ότι:
– σχεδόν το 22% των εφήβων στην Αμερική παραδέχονται ότι μπήκαν 1 ή περισσότερες φορές σε ένα αυτοκίνητο ή άλλο όχημα που το οδηγούσε κάποιος που είχε πιει τον τελευταίο μήνα
– το 10% παραδέχεται ότι έχει οδηγήσει μετά από κατανάλωση αλκοόλ
– το 88% είπε ότι παρέλειψε να φορέσει κράνος ποδηλάτου, ενώ κάνει ποδήλατο σχεδόν όλη την ημέρα ή πάρα πολλές ώρες.

«Σίγουρα, η ηλικία στην οποία το άτομο θα έχει την πρώτη του σεξουαλική επαφή εξαρτάται περισσότερο από τη βιολογική του ωρίμανση»

Και ενώ το ποσοστό των εφήβων στις USA μειώθηκε από το 54% που ήταν το 1991 στο 46,8% σήμερα, μόνο το 59% είπε ότι χρησιμοποίησε προφυλακτικό την τελευταία φορά. Αυτό εξηγεί και το υψηλό ποσοστό εγκυμοσύνης στις έφηβες στην Αμερική. Αλλά το Κέντρο Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων διαπιστώνει επίσης ότι η παρέμβαση βοηθά – τα ποσοστά του εφηβικού σεξ έχουν μειωθεί, όπως και τα ποσοστά των εφήβων που καπνίζουν και κάνουν χρήση αλκοόλ. Οι μελέτες δείχνουν ότι οι έφηβοι ακούνε τις συμβουλές των γονιών τους, όταν πρόκειται για σεξ και αποφυγή μιας ανεπιθύμητης εγκυμοσύνης, όπως έδειξε άλλη μελέτη που δημοσιεύτηκε το Νοέμβριο του 2015 στο επιστημονικό περιοδικό JAMA Pediatrics.

Η μελέτη της επίδρασης των γονιδίων στο σεξ βοηθά σε αυτή την επιβεβαίωση.

«Αν και αυτή η μελέτη έχει βρει μια σύνδεση με γενετικούς παράγοντες, υποστηρίζει ωστόσο την ιδέα ότι η ηλικία στην οποία ένας άνδρας ή μια γυναίκα έχει την πρώτη σεξουαλική επαφή είναι οφείλεται κυρίως σε μη γενετικούς παράγοντες, όπως το κοινωνικό ή περιβαλλοντικό πλαίσιο», είπε ο Δρ Αλίσια Smith, ψυχίατρος στο πανεπιστήμιο Emory.

«Σίγουρα, η ηλικία στην οποία ένα άτομο έχει την πρώτη του σεξουαλική εμπειρία βασίζεται πρώτα στη βιολογική του ωρίμανση. Εξαρτάται επίσης από πολιτιστικούς και κοινωνικο-οικονομικούς παράγοντες που είναι πολύ δύσκολο να εξηγηθούν σε γενετικές μελέτες», πρόσθεσε ο Smith.

Πηγή: askitis.gr