Θεόφιλος Σεχίδης: Αυτός είναι ο «δόκτωρ Χάνιμπαλ» που έσφαξε όλη την οικογένεια του..

Κοινοποίηση

O Θεόφιλος Σεχίδης τον Μάιο του 1996 σκότωσε τον 55χρονο πατέρα του Δημήτρη, τη 48χρονη μητέρα του Μαρία, την 27χρονη αδελφή του Ερμιόνη, την 75χρονη γιαγιά του Ερμιόνη Καλαμάρα και τον 58χρονο θείο του, αδελφό του πατέρα του, Βασίλη Σεχίδη. Ήταν τότε 24 χρόνων και φοιτούσε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Κομοτηνής. Σήμερα, στα 42 του, κρατείται στο στο Ψυχιατρείο Κρατουμένων των Φυλακών Κορυδαλλού, χωρίς πλέον κανείς συγγενής ή γνωστός να ενδιαφέρεται γι’ αυτόν

Σιωπηλός, χαμένος στον κόσμο του, μοναχικός, φιγούρα βγαλμένη από το τραγούδι του συμπατριώτη του Ακη Πάνου «στο θολωμένο μου μυαλό»…

Ο Θεόφιλος ήταν άτομο «χαμηλών τόνων, όχι πολύ κοινωνικός, αλλά υψηλής νοημοσύνης», σύμφωνα με γνωστούς και συγγενείς της οικογένειας. Οι συγχωριανοί και οι συμφοιτητές του τον θεωρούσαν ένα «απομονωμένο παιδί, που δεν ενοχλούσε κανέναν. Το μοναδικό ίσως πάθος του ήταν η κλασική μουσική.

Προτιμούσε να μένει μόνος του, φορούσε πάντα τα ίδια ρούχα, δεν μιλούσε σε πολλούς ανθρώπους, έγραφε ποιήματα και ζωγράφιζε». Σύμφωνα με γείτονές του στη Θεσσαλονίκη, «συνήθιζε να περπατά σαν κάποιος να τον κυνηγούσε, σαν κάτι να τον απασχολούσε. Τον ακούγαμε να μιλά μόνος του στο διαμέρισμά του και άλλοτε να κλαίει και να βρίζει». Ο πατέρας του, έχοντας παρατηρήσει κάποια προβλήματα στη συμπεριφορά του, φαίνεται ότι είχε ζητήσει από τον αδελφό του, Βασίλη, να πείσει τον ανιψιό του να δεχτεί να επισκεφθεί ψυχίατρο, κάτι που τελικά, δυστυχώς, δεν έγινε.

O Θεόφιλος Σεχίδης, που νοσηλεύεται σήμερα στο Ψυχιατρείο Κρατουμένων των Φυλακών Κορυδαλλού (είναι φυλακισμένος, δηλαδή), χωρίς πλέον κανείς συγγενής ή γνωστός να ενδιαφέρεται γι’ αυτόν, είναι ένα από τα πλέον τρανταχτά παραδείγματα της έλλειψης Προληπτικής Ψυχικής Υγιεινής αλλά και της αντιμετώπισης των ψυχικώς πασχόντων ατόμων στη χώρα μας.

Σε μια άλλη χώρα, ίσως ο Θεόφιλος αποτελούσε συνομιλητή καθηγητών και φοιτητών της Ψυχιατρικής. Ισως, σαν άλλος «Χάνιμπαλ Λέκτερ» βρισκόταν κρατούμενος σε έναν χώρο με ανέσεις, με βιβλία, με μουσική, για να μπορεί να αποδώσει στη «συνεργασία» του με τους επιστήμονες. Γιατί το φαινόμενο Σεχίδης, που έχει απασχολήσει την Ψυχιατρική σε διεθνές επίπεδο, δεν είναι εύκολο να το συναντήσεις.

Οσο και αν η μεταχείριση την οποία απολαμβάνει στο Ψυχιατρείο Φυλακών είναι (πράγματι) η καλύτερη δυνατή, θα ήταν πολύ πιο σωστό αν η χώρα είχε ξεπεράσει ορισμένα ταμπού και είχε δώσει την προσοχή που χρειάζεται στα φαινόμενα ανθρώπων τύπου Σεχίδη, φροντίζοντας να υπάρχει ειδικός χώρος (ενδεχομένως ένα διαφορετικά οργανωμένο «Δρομοκαΐτειο» ή το εξαίρετο ιταλικό κτίριο της Λέρου, που σήμερα είναι ένα παρατημένο «κολαστήριο») κράτησης, αγωγής και παρακολούθησής τους.

«Σκότωσα τα θύματά μου αμυνόμενος. Υπήρξε οικογενειακή συνωμοσία. Μου έκαναν ψυχολογικό πόλεμο επειδή ήξερα ότι ήμουν άλλης μάνας παιδί και δεν μου έλεγαν την αλήθεια» είχε πει στην Αστυνομία.

Αποκαλύπτοντας το δράμα της οικογένειας, μίλησε για την αδελφή του. «Η αδελφή μου Ερμιόνη, ή Εμμυ, στην Α’ Λυκείου έπεσε σε μία βαριάς μορφής σχιζοφρένεια Εκανε θεραπεία με φάρμακα συστηματικά. Σ’ ένα σημείο δημιούργησε ένα χρόνιο πρόβλημα επιβίωσης ανάμεσα στην οικογένεια, αλλά δεν την έκλειναν σε ίδρυμα. Ο βασικός λόγος είναι ότι δεν ήθελαν να γίνει γνωστή η ασθένειά της. Επειδή στο χωριό οι γείτονες την έβλεπαν σε αυτήν την κατάσταση, πίστευαν ότι έπαιρνε ναρκωτικά, δεν ήξεραν ότι το παιδί ήταν σχιζοφρενές. Οι γονείς μου είχαν απομονωθεί κοινωνικά λόγω του προβλήματος της αδελφής μου. Ο πατέρας, για να μπορέσει να την υποφέρει, αναγκάστηκε να παίρνει και αυτός λίγα από τα δικά της ψυχοφάρμακα. Η μητέρα δεν είχε τίποτα άλλο να κάνει από το να υπομένει όλη αυτήν την κατάσταση και βέβαια την κοινωνική απομόνωση και πολλές καταστάσεις βίας μέσα στο σπίτι».

Κατά τη διάρκεια της αστυνομικής έρευνας, ο Θεόφιλος ισχυριζόταν, όπως είχε πει και στη θεία του, ότι ο μεν θείος του είχε μεταβεί στην Ιταλία, τα δε υπόλοιπα μέλη της οικογένειάς του στη Γερμανία, στην οποία επρόκειτο να εγκατασταθούν μόνιμα. Τελικά, ύστερα από μέρες και πολλαπλές καταθέσεις, ο Θεόφιλος ομολόγησε ότι στις 19 και στις 20 Μαΐου είχε σκοτώσει τους γονείς, την αδελφή, τη γιαγιά και τον θείο του και είχε πετάξει τα τεμαχισμένα πτώματά τους σε χωματερή της Καβάλας. «Λίγες ημέρες πριν γίνει το κακό, τρεις – τέσσερις μέρες νομίζω, βρισκόμουν στην Κομοτηνή, όταν ξαφνικά, χωρίς να τους περιμένω, έρχονται ο πατέρας μου με τον θείο μου. Ερχονται δήθεν για να πάρουν το αυτοκίνητο του πατέρα μου που το είχα εγώ.

Εγώ ξαφνιάστηκα. Είχα να δω τον θείο μου έναν, ενάμιση χρόνο. Μου είπαν πως μόλις φτάσουν στη Θάσο, την ίδια κιόλας ημέρα να τους πάρω τηλέφωνο να μιλήσουμε. Μου είπαν, μετά την τηλεφωνική επικοινωνία, πως έπρεπε να πάω αμέσως στη Θάσο για να μιλήσουμε. Ετσι, την επόμενη, 18 Μαΐου, πήγα στη Θάσο, στον Λιμένα. Οταν ξημέρωσε, κάποια στιγμή ο θείος μου λέει ότι θέλει να πάμε μια βόλτα πάνω στο αρχαίο θέατρο». Οπως ανέφερε ο Θεόφιλος κατά την πρώτη του κατάθεση στην Ασφάλεια Θεσσαλονίκης, η συζήτηση εξελίχθηκε σε λογομαχία και στη συνέχεια, σε συμπλοκή. «Προσπάθησε να με χτυπήσει με ένα μαχαίρι. Τον έσπρωξα και έπεσε σε γκρεμό, από ύψος δέκα μέτρων. Κατέβηκα κάτω και τον είδα να ψυχορραγεί. Και για να μη βασανίζεται άλλο, του έκοψα με το μαχαίρι το κεφάλι». Κατόπιν, επέστρεψε στο σπίτι του, όπου και έμεινε μόνος, όχι όμως για πολύ. Μετά από λίγη ώρα επέστρεψε ο πατέρας του: «Ο πατέρας μου είχε ένα μαχαίρι, φοβήθηκα. Μόλις γύρισε για να πάει στην τουαλέτα, τον πυροβόλησα κι έπεσε νεκρός. Μετά, του έκοψα την καρωτίδα με ένα μαχαίρι». Ακολούθησαν η μητέρα και η αδελφή του. «Κρατούσε και αυτή (η μητέρα του) μαχαίρι. Της άρπαξα το χέρι και της έκοψα τον λαιμό. Με τον ίδιο τρόπο σκότωσα στη συνέχεια την αδελφή μου Ερμιόνη».

Πέρασε τη νύχτα στο σπίτι, με τα πτώματα των συγγενών του. Αφαίρεσε προσεκτικά ορισμένα μέρη από τον εγκέφαλο και τα τοποθέτησε στο ψυγείο! «Για μεταγενέστερη μελέτη», όπως υποστήριξε αργότερα. Το πρωί, η ανυποψίαστη γιαγιά επισκέφθηκε το σπίτι. «Αρπαξε ένα μαχαίρι να με χτυπήσει. Τι να έκανα κι εγώ; Τη σκότωσα!» είπε.

Τεμάχισε τα άψυχα κορμιά, τα τοποθέτησε σε σακούλες σκουπιδιών και με το αυτοκίνητό του μετέφερε το μακάβριο φορτίο σε χωματερή της Καβάλας, μεταξύ Νέας Καρβάλης και Κεραμωτής. Μόνο το πτώμα του θείου του βρέθηκε τελικά από την Αστυνομία.

Δικάστηκε στις 20 Ιουνίου 1997 στο Μεικτό Ορκωτό Δικαστήριο Δράμας, με αυτεπαγγέλτως διορισθέντα συνήγορο υπεράσπισης, δεδομένου ότι ο κατηγορούμενος δεν θέλησε να διορίσει ο ίδιος συνήγορο. Δήλωσε ότι δεν μετανιώνει για τίποτε και επικαλέστηκε πάλι το «παραληρηματικό γεγονός» ότι δεν του αποκάλυπταν ποια ήταν η πραγματική μητέρα του. Η υπεράσπιση αδυνατούσε να τον υπερασπιστεί, καθώς αρνήθηκε κάθε συνεργασία.

Το δικαστήριο κήρυξε τον Θεόφιλο Σεχίδη ομόφωνα ένοχο για τις κατηγορίες της ανθρωποκτονίας από πρόθεση κατά συρροή, της περιύβρισης νεκρού, της παράνομης οπλοφορίας, οπλοχρησίας και οπλοκατοχής και του επέβαλε πέντε φορές ισόβια κάθειρξη. Ο Θεόφιλος, με το βλέμμα απλανές, άσκησε έφεση, την οποία ένα έτος αργότερα, στις 2 Ιουνίου 1998, απέσυρε, επειδή την είχε ασκήσει, όπως ανέφερε, έπειτα από πίεση του δικηγόρου του! Η «υπόθεση Σεχίδη» έκλεισε οριστικά και αμετάκλητα.

Το χρονικό της παραφροσύνης, τα ανεκπλήρωτα όνειρα και οι μελωδίες του Μπαχ στο κελί

Αξίζει να θυμηθούμε ένα κείμενο του Θάσιου λογοτέχνη Βασίλη Βασιλικού, που είχε γράψει για τον Θεόφιλο Σεχίδη: «Φέτος λοιπόν εκείνο που σημάδεψε το καλοκαίρι μου ήταν ο φονιάς της γενέτειράς μου, της Θάσου.

O Θεόφιλος Σεχίδης. (Λάθος, όχι “της”, γιατί τη Θάσο δεν τη σκότωσε, αλλά “από την”). Από μια εντόπια εφημερίδα της Θάσου ωστόσο, τη δεκαπενθήμερη ανεξάρτητη “Θασιακή”, πληροφορήθηκα σχετικά με τον πατέρα του. Σας τα μεταφέρω για να συμπληρώσετε το “ιντεντικίτ” του στυγερού δολοφόνου.

O πατέρας Σεχίδης λοιπόν, που συγκαταλέγεται κι αυτός ανάμεσα στα θύματα του γιου του, υπήρξε δάσκαλος. Στη Θάσο έφτασε σαν έφεδρος ανθυπολοχαγός κι εκεί γνώρισε την κατοπινή γυναίκα του. Κι όπως λέει το λαϊκό διαλογάκι, “από ποιο χωριό είσαι;” – “Από το χωριό της γυναίκας μου”, εγκαταστάθηκε ο άτυχος στον Λιμένα. O Λιμένας είναι η πρωτεύουσα του νησιού. Κι εκεί ήθελε να γίνει διευθυντής του δημοτικού σχολείου. Δεν έγινε, και τον στείλαν διευθυντή στην Κεραμωτή, που είναι ακριβώς απέναντι από τον Λιμένα, σε μια γλώσσα στεριάς που εισχωρεί στη θάλασσα και όπου βγαίνουν φημισμένα καρπούζια.

Αυτός μεράκι του ήταν ο Λιμένας. Ενα απραγματοποίητο όνειρο. Εξορίστηκε από το νησί της γυναίκας του, κι από το χωριό της, στην αντίπερα όχθη της ηπειρωτικής Ελλάδας. Δεν το χώνεψε ποτέ. Και όταν ένα άλλο δημοτικό της Θάσου, στο χωριό Ποταμιά, αναβαθμίστηκε σε τετραθέσιο, τον έστειλαν εκεί σαν διευθυντή του δημοτικού σχολείου.

Μα δεν ήταν το ίδιο. Από το σχολείο απουσίαζε συχνά. Μάλιστα την προτελευταία χρονιά δεν πήγε καν για να επιδώσει στους μαθητές τα διπλώματα. Εκεί το έπαιξε κι ο Θεόφιλος Σεχίδης, επιμένοντας πως απουσιάζει στο εξωτερικό. Πράγματι απουσίαζε συχνά. Τα είχε με τους συναδέλφους του, κυρίως γιατί μια ζωή δεν τον έκαναν διευθυντή του Δημοτικού Λιμένα.

Αλλά πλησίαζε στη σύνταξη, θα έβγαινε κανονικά φέτος τον Δεκέμβρη 1998 και είχε δρομολογήσει ήδη τις άδειες για να ασχοληθεί με τα τουριστικά επαγγέλματα χτίζοντας ένα μικρό ξενοδοχείο. Για τη συμπλήρωση της εικόνας του πατέρα Σεχίδη, θα πρέπει να πούμε ότι πρωτοπήγε στη Θάσο επί χούντας και η τοπική εφημερίδα τον αναφέρει ως διαφωτιστή της μέσω του στρατού.

Το δράμα της οικογένειας αρχίζει φαίνεται με την αρρώστια της μεγαλύτερης αδελφής του Θεόφιλου, την Ερμιόνη ή Εμμυ. Αγνωστο από ποιες αιτίες, μπαινοβγαίνει σε ψυχιατρικές κλινικές και τα ψυχοφάρμακα που της δίνουν μεταμορφώνουν την άλλοτε πανέμορφη αυτή νέα σε ένα μπόγο κρέατος. Κυκλοφορεί στους δρόμους του Λιμένα σαν μισότρελη.

Και ο πατέρας γαντζώνεται στη μοναδική ελπίδα που του απομένει, σε αυτόν που όπως λέει “δεν είναι άρρωστος”, στον γιο του Θεόφιλο. O οποίος είναι πολύ καλός μαθητής. Δίνει στη Νομική του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και δεν μπαίνει. Μπαίνει όμως Νομική Κομοτηνής. Είναι ευαίσθητος. Ζωγραφίζει, πράγμα που δεν αρέσει στον πατέρα του. O πατέρας του έχει στο μεταξύ μεταβιβάσει, με το σύστημα της γονικής παροχής, πολλά ακίνητα. Ενα απ’ αυτά είναι και το λουλουδάδικο στην είσοδο της μικρής πόλης ή του μεγάλου χωριού που είναι ο Λιμένας. O Θεόφιλος ασχολείται κυρίως με τη ζωγραφική, την αφηρημένη. Ζωγραφίζει αφαιρετικά, αλλά συμμετρικά λουλούδια, που εξαγριώνουν τον πατέρα του (απαθανατίζει τα λουλούδια, με τεχνοτροπία “ακαταλαβίστικη”, αντί να τα πουλά) και ο πατέρας καταστρέφει τους πίνακές του. Μα η αδυναμία στον γιο παραμένει.

Κάποια Χριστούγεννα του ζητά τι δώρο να του κάνει. O Θεόφιλος του αποκρίνεται πως το καλύτερο δώρο που μπορεί να του κάνει είναι να κόψει ο ίδιος το κάπνισμα. O μανιακός καπνιστής που είναι ο πατέρας Σεχίδης εκπληρώνει την επιθυμία του γιου του και δεν το βάζει ξανά στο στόμα του.

H “Θασιακή” μας δίνει και μιαν άλλη σημαντική πληροφορία. Οτι ο Θεόφιλος είναι κρυφά ερωτευμένος με τη Βαγγελιώ. Ποια η Βαγγελιώ δεν μας λέει. Αλλά της έγραφε, έγραφε, μυστικά σημειώματα που δεν της τα έδινε ποτέ. Ακόμα μαθαίνουμε ότι ο πατέρας του είχε ζητήσει να διαγραφεί από τον Σύλλογο των Δασκάλων και δεν είχε συγχωρέσει ποτέ την τοπική κοινωνία του Λιμένα που δεν τον έκανε διευθυντή στο Δημοτικό της.

Ολα αυτά τι θέλουν να πουν; Οτι ο πατέρας έχει ένα μεγάλο απωθημένο. Οτι η αρρώστια της Ερμιόνης επιβαρύνει την οικογένεια. Οτι υπάρχει το ενδεχόμενο μιας κληρονομικότητας προς την τρέλα. Εκεί όμως έρχεται να μας διαψεύσει ένα ξαφνικό κείμενο που παρουσιάστηκε μες στο καλοκαίρι στην εφημερίδα “ΤΑ NEA”, στη ρουμπρίκα των “επιστολών”.

Από μια μακρινή συγγένισσα της οικογένειας, τη Γιώτα Σεχίδου, που εκτός από φιλόλογος είναι και καλή συγγραφέας. (Την παρουσίασα προ διετίας από την τηλεοπτική εκπομπή μου “Αξιον Εστί”). H δεσποινίς Σεχίδου, λοιπόν, μας δίνει ένα ιστορικό της γενιάς των Σεχίδηδων (ελληνοποίηση του Σεΐχη) που κατάγονται από τον Πόντο και που πρόσφεραν τα πάντα στους εθνικοαπελευθερωτικούς αγώνες της φυλής, με εντονότατη την παρουσία τους στο αντάρτικο, όπου δώσαν και πολλά θύματα. Πώς λοιπόν, καταλήγει η συγγραφέας και επιστολογράφος, από μια τέτοια ένδοξη γενιά, φτάνουμε στα DNA του παρανοϊκού δολοφόνου;

O Σεχίδης είπε, στην πρώτη του συνάντηση με τους δημοσιογράφους, όταν ακόμα δεν είχε την άνεση να μιλά, όταν εκείνοι πεισματικά τον ρωτούσαν να τους πει πώς έγινε το φονικό, “χαμογελάτε, είναι μεταδοτικό”. Οσοι, ελάχιστοι μες στον Αύγουστο το ακούσαμε και το είδαμε με τα ίδια μας τα μάτια να το λέει, φρικιάσαμε. Γιατί ήταν ένα σχόλιο διόλου “παρανοϊκού” ανθρώπου. Στη συνέχεια είπε σε άλλο δημοσιογράφο, μιαν άλλη φορά, πως δεν δέχεται να απαντάει σε “ανόητες ερωτήσεις”. Κάτι που όποιος έδωσε στη ζωή του έστω και μια συνέντευξη, θα σκέφτηκε να το πει, αλλά δεν το τόλμησε.

Τέλος, ζητώντας για τη φυλακή Μπαχ και Μότσαρτ και μόνο βιβλία, πολλά βιβλία, ο Σεχίδης μπαίνει σε εκείνη την κατηγορία των δολοφόνων που τόσο “ενέπνεαν” τους συγγραφείς στις αρχές του αιώνα. (Εμένα προσωπικά δεν με εμπνέει, γιατί αν ήταν ποτέ να εμπνευστώ από μια τέτοια υπόθεση, θα έγραφα για τη σιωπή των αμνών, που υπήρξαν οι γείτονες, οι συγγενείς, οι γνωστοί, οι συνάδελφοι της άτυχης οικογένειας.

Αναφερόμενοι σε ένα τροχαίο και τυχαίο τραυματισμό περαστικού στον δρόμο όπου ο killer της ασφάλτου, όπου οι Αμερικανοί κάποτε αποκαλούσαν hit-and-run driver, λέμε ότι δεν γύρισε για να δώσει ένα χέρι βοήθειας. Τι να πούμε τότε για πέντε ανθρώπους που κανείς δεν τους είδε επί τρεις ολόκληρους μήνες και δεν ανησύχησε κανείς; Ή το χειρότερο, φοβάται ν’ ανησυχήσει. H Αγία Ανησυχία που έγραφε κι ο Αντώνης Σαμαράκης στα 1959 στο “Σήμα Κινδύνου”, πού πήγε άραγε;).

Τέλος, δεν επιμένω περισσότερο. Ελπίζω αυτή η υπόθεση που με τάραξε να μη γίνει κι αυτή μια ακόμα μέτρια ελληνική ταινία, σαν αυτές που γυρίζονται με βάση ανάλογα περιστατικά. Χρειάζεται ένας Ντοστογιέφσκι, της πένας ή του σελιλόιντ, για να μπορέσει να μην προδώσει την πολυπλοκότητα αυτής της υπόθεσης».

Η «κλειστή» ελληνική οικογένεια με τα ταμπού

Ο καθηγητής Γιάννης Πανούσης, τον πρώτο καιρό μετά τη διάπραξη των ανθρωποκτονιών, τοποθετήθηκε ως εξής: «Αυτή η πρόσφατη “πατρο-μητρο-αδελφο-συγγενο-κτονία” συγκεντρώνει και συγκεφαλαιώνει όλα τα στοιχεία μιας ανθρωποθυσίας, με στόχο την εξαφάνιση του “οίκου” και του “γένους” ταυτόχρονα. Ολική κάθαρση. Ο δράστης -πέραν των όποιων χαρακτηριστικών απόκλισης εκ του “φυσιολογικού”- αποφάσισε να “μείνει μόνος” (γνωρίζοντας πολύ καλά ότι ο τελευταίος επιζών είναι πάντοτε και ο πρώτος ύποπτος). Στην περίπτωση αυτή, σίγουρα συναντάμε ψυχοπάθεια. Η κοινωνιο-πάθεια, όμως, μιας κλειστής οικογένειας (που ούτε καν τον ψυχοπαθή δεν διακρίνει) πότε θα μας απασχολήσει;»

Το αγωνιώδες ερώτημα του καθηγητή Πανούση αποτελεί το «κλειδί» της υπόθεσης Σεχίδη. Η κλειστή ελληνική οικογένεια, το ταμπού της άρρωστης κόρης, το φόρτωμα των ελπίδων στον «υγιή» γιο. Ολα θα είχαν ξεπεραστεί, αν υπήρχε στη χώρα μας οργανωμένο σύστημα Προληπτικής Ψυχικής Υγιεινής. Οι γονείς θα είχαν προσφύγει στην κατάλληλη υπηρεσία, θα είχε χορηγηθεί η κατάλληλη θεραπευτική-φαρμακευτική αγωγή και όλα θα ήταν διαφορετικά. Ιδιαίτερα τα ελληνικά ψυχιατρεία!

Δήμος Κάπας

Αφήστε το σχόλιό σας