Τη νύχτα σαν μάρτυρα είχα τα ένοχα μας βράδια. Κρυφή αμαρτία ο έρωτας σε σεντόνια τρίτα. Ο άγριος πόθος συμπλήρωνε το βήμα προς την κόλαση. Τα μάτια σου τη μία με υμνούσαν σαν Θεό και την άλλη με κοιτούσαν σαν ζητιάνο. Τις ένοχες ώρες του δειλινού μου χτύπαγες κρυφά την πόρτα και σαν ξημέρωνε βρισκόσουνα σε άλλη αγκαλιά. Μα πως ο έρωτας μοιράζεται στα τρία; Πόσο περίσσευμα από τον έρωτά σου να χορτάσω; Πόσο παλιάτσος να γίνω στο τσίρκο της καρδιάς ; Πόση σκιά να κάνω στην συμβιβασμένη σου αγάπη; Είναι βαριά η ενοχή και το φιλί πικρό όταν έχει γεύση από τρίτα χείλη…

Κρυφά με αντάμωνες περασμένες τέσσερις το ξημέρωμα. Εκεί μου δάνειζες μία ώρα από το περίσσευμα της ζωής σου. Και ύστερα έφευγες πάλι. Και μοιάζανε τόσο γλυκά τα μάτια σου γεμάτα αγάπη. Μα η συνήθεια, εκείνη η συμβιβασμένη αγάπη σε κράταγε ακόμα εκεί. Σου έδενε τα χέρια για τη γνώμη του κόσμου. Και χαμογέλαγες πάντα σαν σας κοιτούσα μαζί, μα πόσο θέατρο να παίξεις σε μια κωμωδία δίχως τέλος; Υπέμενα κάθε μέρα, κάθε ώρα, κάθε στιγμή. Μα ήσουν ακόμα εκεί, εκεί που δεν φοβόσουν πως αν δώσεις ολάκερο τον εαυτό σου θα πληγωθείς. Άλλωστε να αγαπήσεις και να αγαπηθείς θέλει κότσια έτσι δεν είναι; Έτσι σε άφησα και έφυγα μακριά, εκεί που δεν θα κάνω θόρυβο στη σιωπηλή και ουδέτερη ζωή σου…

Μαρία θεριανή Βάθη

Αφήστε το σχόλιό σας