Τσιγάρο μύριζε για ακόμη ένα βράδυ η βαριά ατμόσφαιρα του δωματίου μου. Κάθισα να αναλογιστώ όλα όσα μου προκαλούσαν εκείνο τον γνωστό κόμπο στο στομάχι σαν ένα παράπονο για τα κακά του παρελθόντος. Ήμουν η ίδια άραγε ή κάτι είχε αλλάξει μέσα μου…;

Θυμάμαι εκείνες τις αδιάκοπες φωνές στο μικρό δωμάτιο της οδού Καραϊσκάκη και μια φωνή να λέει «Πονάω Μπαμπά». Ήταν η φωνής ενός κοριτσιού με αγγελικό πρόσωπο, μεγάλα καστανά μάτια και βλέμμα πάντα θλιμμένο. Κάθε μεσημέρι που γυρνούσε από το σχολείο άκουγα ξανά εκείνη την ανδρική φωνή να φωνάζει και να βρίζει. Μετά το κορίτσι έκλαιγε και ξάφνου σιωπή. Το ίδιο επαναλαμβανόμενο μοτίβο συνεχίστηκε για μέρες, μήνες, χρόνια…

Το κορίτσι μεγάλωσε και έγινε γυναίκα. Εκείνη η φωνή και οι λυγμοί γίνανε μία σταθερή και αποφασιστική χροιά και το τρεμάμενο «φοβάμαι μπαμπά» έδωσε τη θέση του στο «αντίο»… Λυτρωμένη πια από τον πόνο που της προκαλούσε ο πατέρας της, αναζητούσε την αγάπη σε διάφορους άντρες, έτοιμη να τους αγαπήσει και να αγαπηθεί άνευ όρων… Να αγαπηθεί είπαμε; …Ίσως! Το μόνο σίγουρο είναι ότι αγάπησε πολύ…

Μέχρι που μια μέρα μην έχοντας βρει την αγάπη που πάντα αναζητούσε ένιωσε πως ο πόνος τελικά είναι πιο οδυνηρός όταν προκαλείται από την καρδιά παρά από το χέρι κάποιου. Και εκείνο το «Πονάω Μπαμπά» δεν σταμάτησε να ηχεί ποτέ από τα χείλη της… Το τι απέγινε είναι το μυστήριο στην ιστορία μας, ίσως ο καθένας από μας θα μπορούσε να βρει τις λύσεις για τον πόνο του μικρού αυτού κοριτσιού σπάζοντας τη σιωπή του και αναρωτώντας τον εαυτό του το πόσο συνυπεύθυνος ήταν για την κατάληξη. Το αν είχε ευτυχισμένο τέλος; Ποιος ξέρει…

Μαρία Θεριανή Βάθη

Αφήστε το σχόλιό σας